ἀέναος

ἀέναος
ἀέναος v. αἰέναος

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αέναος — η, ο (Α ἀέναος, ον και ιων. ἀείναος και συνηρ. ἀείνως) 1. αυτός που ρέει διαρκώς, αστείρευτος, ανεξάντλητος 2. αιώνιος, ακατάλυτος, διαρκής, άφθαρτος («αέναος διαδοχή τών ετών») 3. επίρρ. αενάως συνεχώς, διαρκώς, ακατάπαυστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀέν ( …   Dictionary of Greek

  • ἀέναος — ἀ̱έναος , ἀέναος ever flowing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αέναος — η, ο επίρρ. αενάως αστείρευτος, ασταμάτητος: Τον βρήκαν δυστυχίες αέναες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰενάοντα — ἀέναος ever flowing neut nom/voc/acc pl (epic) ἀέναος ever flowing masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰείναον — ἀέναος ever flowing masc/fem acc sg (ionic) ἀέναος ever flowing neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀενάοισι — ἀέναος ever flowing masc/neut dat pl (epic doric aeolic) ἀ̱ενάοισι , ἀέναος ever flowing masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀενάων masc/neut dat pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀενάοισιν — ἀέναος ever flowing masc/neut dat pl (epic doric aeolic) ἀ̱ενάοισιν , ἀέναος ever flowing masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀενάων masc/neut dat pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀενάοντα — ἀέναος ever flowing neut nom/voc/acc pl (epic) ἀέναος ever flowing masc acc sg (epic) ἀενάων neut nom/voc/acc pl ἀενάων masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀενάων — ἀέναος ever flowing masc nom sg (epic) ἀ̱ενάων , ἀέναος ever flowing masc/fem/neut gen pl ἀενάων masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰεναόντων — ἀέναος ever flowing masc/neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰείναος — ἀέναος ever flowing masc/fem nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”